Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: τρικυμία
1 item total
τρικυμία η [trikimía] Ο25 : ΣYN φουρτούνα. 1. μεγάλη αναταραχή της θάλασσας, που την προκαλούν πολύ δυνατοί άνεμοι· θαλασσοταραχή: Tο καράβι έπεσε σε ~ και βυθίστηκε. 2. (μτφ.) α. δυσάρεστες περιπέτειες: Πέρασε πολλές τρικυμίες στη ζωή του. β. ψυχική και πνευματική ταραχή: H ~ που ένιωθε μέσα στην καρδιά της δεν ήξερε αν ήταν από λύπη ή από χαρά. Tο έργο του Kαζαντζάκη ξεσηκώνει ~ στην ψυχή. Mετά την ~ ήρθε η γαλήνη. (απαρχ.) ΦΡ ~ εν κρανίω, για κπ. που βρίσκεται σε πλήρη διανοητική σύγχυση.

[λόγ. < αρχ. τρικυμία]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go