Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: στράτα
4 items total [1 - 4]
στράτα η [stráta] Ο25α : (λαϊκότρ., λογοτ.) 1. δρόμος: Πήρε τη ~ για την πόλη. || πορεία, ταξίδι: Nα ΄χεις καλή ~. 2. (έκφρ.) κάνει ~, για μικρό παιδί που αρχίζει να κάνει τα πρώτα βήματα. ~ ~ / ~ στρατούλα, λέξεις που προφέρονται ρυθμικά, για να ενθαρρύνουν το παιδί να περπατήσει. στρατούλα η YΠΟKΟΡ.

[ελνστ. στράτα < λατ. strata (ενν. via) `στρωμένος δρόμος΄· στράτ(α) -ούλα]

στρατά τα [stratá] Ο38 : (λαϊκ., προφ.) ο στρατός.

[πληθ. < στρατός μεταπλ. σε ουδ. με βάση την αιτ. εν.]

στρατάρχης ο [stratárxis] Ο10 : τίτλος και αξίωμα του ανώτατου αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων μιας χώρας σε περίοδο πολέμου· αρχιστράτηγος.

[λόγ. < αρχ. στρατάρχης]

στραταρχικός -ή -ό [stratarxikós] Ε1 : που έχει σχέση με το στρατάρχη ή που ανήκει σε αυτόν: ~ τίτλος. Στραταρχική ράβδος, ως σύμβολο της εξουσίας του στρατάρχη.

[λόγ. < ελνστ. στραταρχικός `κατάλληλος να διοικεί΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go