Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: σοφράς
1 item total
σοφράς ο [sofrás] Ο1 : ανατολίτικου τύπου τραπέζι φαγητού, στρογγυλό, ξύλινο και πολύ χαμηλό.

[τουρκ. sofra (από τα αραβ.) ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go