Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: σοβινισμός
1 item total
σοβινισμός ο [sovinizmós] Ο17 : άκρατος εθνικισμός, υπερβολική μέχρι φανατισμού προσήλωση στην ιδέα της πατρίδας, που συνοδεύεται από μίσος και περιφρόνηση για τους άλλους λαούς και που συχνά εκδηλώνεται με επιθετικότητα εναντίον τους.

[λόγ. < γαλλ. chauvinisme < ανθρωπων. N. Chauvin (πρόσωπο σε θεατρικό έργο του 1831 με βάση το όν. ενός απλοϊκά ενθουσιώδους στρατιώτη του Ναπολέοντα) -isme = -ισμός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go