Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ρεμάλι
1 item total
ρεμάλι το [remáli] Ο44α : για άνθρωπο που δεν έχει καμιά αξία, άθλιο, αχρείο, ελεεινό, τιποτένιο κτλ: Ένα ~ είναι, που παράτησε οικογένεια και δουλειά και χαρτοπαίζει όλη μέρα. Tα ρεμάλια της ζωής / της κοινωνίας, οι απόβλητοι και ανάξιοι.

[τουρκ. remmal (από τα αραβ.) `μάντης από σχήματα στην άμμο΄ ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go