Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ρέγουλα
3 items total [1 - 3]
ρέγουλα η [réγula] Ο27α : ομαλός και κανονικός ρυθμός κατά την εκτέλεση πράξης, ενέργειας κτλ.: Kάνω κτ. με ~, με μέτρο. Έπιναν το κρασί τους αργά αργά και με ~. Δουλεύω με ~, με κανονικό ρυθμό, χωρίς καθυστερήσεις ή υπερβολική βιασύνη. Δουλεύω με τη ρέγουλά μου, με το ρυθμό που θέλω, χωρίς εντατική προσπάθεια. Bάζω μια δουλειά σε ~, τη ρεγουλάρω, τη ρυθμίζω.

[μσν. ρέγουλα < παλ. ιταλ. regula]

ρεγουλάρισμα το [reγulárizma] Ο49 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρεγουλάρω· ρύθμιση: H μηχανή θέλει ~.

[ρεγουλαρισ- (ρεγουλάρω) -μα]

ρεγουλάρω [reγuláro] -ομαι Ρ6 : α.δίνω σε μια εργασία έναν ομαλό και κανονικό ρυθμό, έτσι που να εξελίσσεται σταθερά, χωρίς εμπόδια και καθυστερήσεις· βάζω σε ρέγουλα: Kοίτα να ρεγουλάρεις το διάβασμά σου. β. ρυθμίζω ένα μηχανισμό για να λειτουργεί κανονικά, όπως πρέπει: ~ μια μηχανή. Kαλά ρεγουλαρισμένη μηχανή.

[ρέγουλ(α) -άρω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go