Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ράτσα
1 item total
ράτσα η [rátsa] Ο25α : 1.ποικιλία ενός ορισμένου είδους ζώου με κοινά βιολογικά χαρακτηριστικά, τα οποία μεταβιβάζονται με την αναπαραγωγή· (πρβ. γενιά, φυλή): Ράτσες σκύλου. Ράτσες αλόγου. ~ αγελάδας. Εκλεκτή / σπάνια / καθαρόαιμη ~. ~ από διασταύρωση. Mε την εφαρμογή ζωοτεχνικών μεθόδων αναπαραγωγής επιδιώκεται η δημιουργία νέας βελτιωμένης ράτσας. || Zώο ράτσας ή από ~, του οποίου οι πρόγονοι ανήκουν στην ίδια εκλεκτή ράτσα· (πρβ. καθαρόαιμος): Άλογο / σκύλος ράτσας. 2. (προφ., λαϊκ.) για σύνολο, κατηγορία ανθρώπων με ίδιο ήθος, συμπεριφορά, διαθέσεις, κλίσεις κτλ.: Ίδια ~ είναι όλοι τους, ίδιο σόι, έχουν τα ίδια ελαττώματα. ΦΡ (σου) είναι μια ~, είναι τετραπέρατος ή παμπόνηρος, πανούργος. 3. (οικ., γενικότ.) φυλή, σόι ή γενιά: Πατριώτης μας είναι, από την ίδια ~.

[ιταλ. razza]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go