Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: παραλίγο
1 item total
παραλίγο [paralíγo] επίρρ. : δηλώνει τη μεσολάβηση πολύ μικρής (κυρ. χρονικής) απόστασης ως τη στιγμή που θα συνέβαινε (αλλά δε συνέβη) κτ. (που δηλώνεται από την πρόταση που συνήθ. ακολουθεί): ~ να πέσω / να χτυπήσω / να χάσω το αεροπλάνο. ~ να τρακάρουν / να πνιγούν / να σκοτωθούν. ~ να χάσει όλη του την περιουσία. Mήπως χτύπησες; -~ (θα χτυπούσα)· ΣYN έκφρ. λίγο έλειψε να… (έκφρ.) στο ~, την τελευταία στιγμή: Πρόλαβα στο ~. || (προφ.): ~ φαλακρός / μακαρίτης / πλούσιος.

[παρα- 1 λίγο (πρβ. ελνστ. παρ΄ ὀλίγον)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go