Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: οφθαλμός
2 items total [1 - 2]
οφθαλμός ο [ofθalmós] Ο17 : (λόγ.) μάτι. 1. (ανατ.) το αισθητήριο όργανο της όρασης. ΦΡ και εκφράσεις εν ριπή* οφθαλμού. χάρμα* οφθαλμών. ως κόρη(ν)* οφθαλμού. διά γυμνού* οφθαλμού. οφθαλμόν αντί οφθαλμού (και οδόντα αντί οδόντος), για ανταπόδοση κακού, για εκδίκηση που γίνεται με πρόκληση της ίδιας βλάβης. έστι Δίκης* ~. 2. (βιολ.) το σημείο του βλαστού από το οποίο θα αναπτυχθεί νέος βλαστός ή νέο άνθος. 3. (τυπ.) η ανάγλυφη απεικόνιση του γράμματος στο τυπογραφικό στοιχείο.

[λόγ. < αρχ. ὀφθαλμός]

οφθαλμοσκόπιο το [ofθalmoskópio] Ο40 : (ιατρ.) όργανο που χρησιμοποιείται για την εξέταση του εσωτερικού του οφθαλμού.

[λόγ. < γαλλ. opht(h)almoscope < ophthalmo- = οφθαλμο- + -scope = -σκόπιον]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go