Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: οικόσημο
2 εγγραφές [1 - 2]
οικόσημο το [ikósimo] Ο40 : το διακριτικό σήμα ιδίως παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας· (πρβ. θυρεός): Σφραγίδα / δαχτυλίδι με το ~ της οικογένειας. Ένα ~ χαραγμένο στην πόρτα του πύργου.

[λόγ. οικο- + -σημον μτφρδ. γερμ. Hauswappen]

οικοσημολογία η [ikosimolojía] Ο25 : η επιστημονική μελέτη των οικοσήμων και των οικογενειακών εμβλημάτων· εμβληματολογία, εραλδική.

[λόγ. οικόσημ(ον) -ο- + -λογία]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες