Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ματζίρης
1 item total
ματζίρης ο [madzíris] Ο11 θηλ. ματζίρισσα [madzírisa] Ο27 : (προφ.) ο τσιγκούνης ή ο κακομοίρης.

[τουρκ. muhacir -ης (από τα αραβ.) `πρόσφυγας΄ με αποφυγή της χασμ.· ματζίρ(ης) -ισσα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go