Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: μαιευτήρας
1 item total
μαιευτήρας ο [meeftíras] Ο2 : γιατρός γυναικολόγος, ειδικευμένος στη μαιευτική.

[λόγ. μαιευ(τήρ) -τήρας < αρχ. μαιεύ(τρια) `μαμή΄ -τήρ (αναδρ. σχημ.) μτφρδ. γαλλ. accoucheur]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go