Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: λεπτομερής
1 item total
λεπτομερής -ής -ές [leptomerís] Ε10 : που τον χαρακτηρίζει η ακρίβεια, η πληρότητα, η διεξοδικότητα: ~ περιγραφή / αφήγηση / εξέταση / έρευ να. ~ έλεγχος, εξαντλητικός, εξονυχιστικός. Δίνω / παίρνω λεπτομερείς οδηγίες. λεπτομερώς ΕΠIΡΡ.

[λόγ. < αρχ. λεπτομερής· λόγ. < ελνστ. λεπτομερῶς]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go