Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κότσυφας
1 item total
κότσυφας ο [kótsifas] Ο5 : κοινή ονομασία ωδικού πτηνού με χαρακτηριστικό μελωδικό πρωινό κελάηδημα, που φωλιάζει στα δάση και στα άλση της Ευρώπης, έχει μήκος είκοσι πέντε περίπου εκατοστά· το αρσενικό του είναι σκουρόχρωμο και το θηλυκό καφέ.

[μσν. κότσυφ(ος) μεταπλ. -ας < αρχ. κόσσυφος ( [ss > ts] από επίδρ. του [i] ή [y] )]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go