Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κολεός
1 item total
κολεός ο [koleós] Ο17 : 1. (ανατ.) ο κόλπος της γυναίκας, καθώς και άλλων θηλυκών ζώων. 2. (ζωολ.) το έλυτροβ. 3. (βοτ.) α. στα αγρωστοειδή φυτά, η πεπλατυσμένη βάση των φύλλων που περιβάλλει ένα τμήμα του βλαστού. β. γένος φυτών της οικογένειας των χειλανθών.

[λόγ.: 2: αρχ. κολεός `θήκη, θηκάρι΄· 1: σημδ. γαλλ. fourreau, vagin· 3α: σημδ. γαλλ. vaginelle· 3β: νλατ. coleus (στη νέα σημ.) < αρχ. κολεός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go