Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κοκκινολαίμης
1 item total
κοκκινολαίμης ο [kokinolémis] Ο11 : μικρό πουλί της Ευρώπης και της Aφρικής, παχουλό, με πολύ κοντό λαιμό και με μικρό ράμφος· η ράχη του είναι καφέ, η κοιλιά του άσπρη, ενώ το κεφάλι και το στήθος του έχουν σκούρο πορτοκαλί χρώμα.

[κοκκινο- + λαιμ(ός) -ης]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go