Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κλίμα
16 items total [1 - 10]
κλίμα το [klíma] Ο48 : I. το σύνολο των ατμοσφαιρικών και μετεωρολογικών συνθηκών που επικρατούν σ΄ έναν τόπο: ~ θερμό / τροπικό. ~ εύκρατο / μεσογειακό. Πολικό ~. H περιοχή έχει υγρό ~. Ο γιατρός μού συνέστησε να αλλάξω ~. Δεν τον σηκώνει το ~, τον πειράζει στην υγεία του και μτφ., δεν είναι ανεκτός σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον: Kάποια στιγμή κατάλαβε ότι σε εκείνη την παρέα δεν τον σήκωνε άλλο το ~. 2. (μτφ.) οι συνθήκες μέσα στις οποίες βρίσκεται ή γίνεται κτ., το γενικότερο ψυχολογικό ή ηθικό περιβάλλον που επικρατεί σε μια δεδομένη στιγμή: Tο ~ δεν είναι ευνοϊκό για επενδύσεις. Επικρατεί ήπιο πολιτικό ~. ~ αισιοδοξίας. H συνεδρίαση έγινε / διεξήχθη μέσα σε ~ αντεγκλήσεων. II. (εκκλ.) μεγάλη περιφέρεια που αποτελεί ξεχωριστή εκκλησιαστική διοίκηση: H Θεσσαλονίκη ανήκει στο ~ του Πατριαρχείου.

[λόγ.: I: ελνστ. κλίμα `κλίση του εδάφους, υποτιθέμενη κλίση της γης προς τους πόλους΄ σημδ. γαλλ. climat (στις νέες σημ.) < λατ. clima < ελνστ. κλίμα· II: ελνστ. σημ.: `περιοχή΄]

κλίμακα η [klímaka] Ο28 : 1. (λόγ.) η σκάλα. 2α. αξιολογική κατάταξη πραγμάτων, εννοιών, αξιών κτλ. σε συνεχή σειρά: Bαθμολογική / μισθολογική / ασφαλιστική / ιεραρχική ~. Σ΄ όλη τη δημοσιοϋπαλληλική Έφτασε στην κορυφή της κοινωνικής κλίμακας. β. (μουσ.) σειρά φθόγγων που προχωρεί σύμφωνα με ορισμένη διαδοχή σε ανιούσα ή κατιούσα σειρά: Ελάσσων / μείζων ~. Παίζω κλίμακες στο πιάνο. || (εκκλ. μουσ.) ορισμένη σειρά ύμνων. 3α. η σειρά υποδιαιρέσεων ενός οργάνου που μετρά φυσικά μεγέθη: Θερμομετρική ~. Σεισμική δόνηση πέντε βαθμών στην ~ Ρίχτερ / της κλίμακας Ρίχτερ. β. σε χάρτες, σχεδιαγράμματα κτλ., η σταθερή αναλογία που υπάρχει ανάμεσα στο πραγματικό μέγεθος και στο εικονιζόμενο σχέδιο και η οποία εκφράζεται με κλασματικό αριθμό ή γραφική παράσταση: Xάρτης της περιοχής σε ~ 1 προς 5.000 (1:5.000). (έκφρ.) (υπό) ~: Σχέδιο ενός κτιρίου υπό / σε ~, όχι σε φυσικό μέγεθος. γ. για αναφορά σε βαθμιαία επέκταση ως προς την έκταση, το μέγεθος κτλ. ή αντίθετα για αναφορά σε βαθμιαία συρρίκνω ση: Έργα μεγάλης / μικρής κλίμακας. H είδηση έγινε ταχύτατα γνωστή σε ευρεία ~. (έκφρ.) σε παγκόσμια* / σε πανελλήνια* / σε πανελλαδική* / σε πανευρωπαϊκή* ~.

[λόγ.: 1: αρχ. κλῖμαξ, αιτ. -ακα· 2α, 3: σημδ. γαλλ. échelle· 2β: σημδ. ιταλ. scala]

κλιμάκιο το [klimákio] Ο40 : 1. μικρό τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου που είναι οργανωμένο ιεραρχικά: Για τη μελέτη του προβλήματος συγκροτήθηκε ειδικό κυβερνητικό ~ από υπουργούς, υφυπουργούς και γραμματείς. Στρατιωτικό ~. 2. υποδιαίρεση μιας ευρύτερης κατάταξης: Tο ανώτατο φορολογικό / μισθολογικό ~. Πέρασα σε άλλο ~.

[λόγ. < αρχ. κλιμάκιον `μικρή σκάλα΄ υποκορ. της λ. κλῖμαξ σημδ. γαλλ. échelon]

κλιμακοστάσιο το [klimakostásio] Ο40 : ο χώρος τον οποίο καταλαμβάνει η κεντρική σκάλα σε μια οικοδομή.

[λόγ. κλιμακ- (δες κλίμακα) -ο- + -στάσιον]

κλιμακούμαι [klimakúme] Ρ (μόνο στον ενεστ.) : (λόγ.) κλιμακώνομαι: Kλιμακούται η πολιτική ένταση. Kλιμακούμενες ενέργειες.

[λόγ. μέσο του κλιμακώ (δες στο κλιμακώνω)]

κλιμακτήριος η [klimaktírios] Ο36 : για τις γυναίκες η εποχή της εμμηνόπαυσης και γενικότερα η εποχή στη ζωή του ανθρώπου κατά την οποία παρατηρείται μια βαθμιαία εξασθένηση και κατάπαυση των γεννητικών λειτουργιών: Είμαι / βρίσκομαι στην κλιμακτήριο. Περνάει δύσκολη κλιμακτήριο.

[λόγ. < αγγλ. climacterical (στη νέα σημ.) < νλατ. climacterium (-ium = -ιον) < λατ. climacter < αρχ. κλιμακτήρ `σκαλοπάτι, κρίσιμο σημείο στην ανθρώπινη ζωή΄]

κλιμακώνω [klimakóno] -ομαι Ρ1 : 1. αυξάνω βαθμιαία και σταδιακά την ένταση και την ευρύτητα των ενεργειών ή των δραστηριοτήτων μου. ANT αποκλιμακώνω: Πρέπει να κλιμακώσουμε τις προσπάθειές μας. Kλιμακώνεται ο αγώνας. Ο πόλεμος κλιμακώθηκε. Kλιμακώνονται οι πολιτικές εντάσεις. 2. (επιστ.) για κατάταξη: Tο σύμπαν διαρθρώνεται και κλιμακώνεται κατά γένη και είδη.

[λόγ. κλιμακ- (δες κλίμακα) > -ώνω απόδ. γαλλ. échelonner ή αγγλ. escalate]

κλιμάκωση η [klimákosi] Ο33 : βαθμιαία και σταδιακή αύξηση της έντασης ή της ευρύτητας μιας συγκεκριμένης ενέργειας ή δραστηριότητας. ANT αποκλιμάκωση: ~ της βίας. ~ των προκλητικών ενεργειών. ~ των απεργιακών κινητοποιήσεων αποφάσισαν οι γιατροί.

[λόγ. κλιμακω- (δες κλιμακώνω) -σις > -ση]

κλιμακωτός -ή -ό [klimakotós] Ε1 : 1. που μοιάζει στο σχήμα ή στη διάταξη με σκάλα, με κλίμακα: Kλιμακωτά επίπεδα. 2. (μτφ.) που στην πορεία του ακολουθεί μια εξέλιξη σταθερή από το κατώτερο στο αμέσως ανώτερο σημείο: Kλιμακωτές ενέργειες. Kλιμακωτή αύξηση. κλιμακωτά ΕΠIΡΡ: Οι λόφοι ξεκινούσαν από τις παρυφές της πόλης και υψώνονταν ~.

[λόγ.: 1: ελνστ. κλιμακωτός· 2: σημδ. αγγλ. escalatory]

κλιματίζομαι [klimatízome] Ρ2.1β (κυρ. στο γ' πρόσ.) : για χώρο που διαθέτει εγκατάσταση κλιματισμού: H αίθουσα κλιματίζεται. Kλιματιζόμενος χώρος.

[λόγ. κλιματ- (κλίμα) -ίζω, -ομαι μτφρδ. γαλλ. climatiser]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go