Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: καταχώριση
1 item total
καταχώριση η [kataxórisi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταχωρίζω. 1. εγγραφή στοιχείων σε ειδικό βιβλίο και σε ορισμένη θέση ή εναποθήκευση στη μνήμη ηλεκτρονικού υπολογιστή με την κατάλληλη διαδικασία: Έγινε η ~ των ονομάτων στους πίνακες των επιτυχόντων. H ~ των εξόδων γίνεται στη δεξιά στήλη του λογιστικού βιβλίου. Έγινε έλεγχος στις καταχωρίσεις των κονδυλίων. 2. δημοσίευση ενός κειμένου σε εφημερίδα ή σε περιοδικό. || το δημοσίευμα: Διάβασα την ~ του ισολογισμού της εταιρείας.

[λόγ. καταχωρι- (καταχωρίζω) -σις > -ση]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go