Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: καληνύχτα
1 item total
καληνύχτα [kaliníxta] επιφ. : χαιρετισμός που απευθύνουμε σε κπ., όταν αποχωριζόμαστε τις νυχτερινές ώρες ή σε κπ. που πηγαίνει για ύπνο, ευχή να περάσει καλή νύχτα· καλή σου / σας νύχτα: ~! (με προσ. αντων., συνήθ. στον πληθ.) ~ σας κύριοι / κύριε / παιδιά. Λέω ~, καληνυχτίζω. (έκφρ.) ~!, όταν αναβάλλεται για αόριστο χρόνο κτ. που περιμένουμε να γίνει ή σε κπ. που δεν καταλαβαίνει τι του λέμε. || (ως ουσ.) η καληνύχτα, αποχαιρετισμός με «καληνύχτα»: Έφυγε χωρίς να μας πει μια ~.

[φρ. καλή νύχτα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go