Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κάλτσα
1 item total
κάλτσα η [káltsa] Ο25 : I. κάλυμμα του κατώτερου τμήματος του ποδιού από βαμβάκι, μαλλί ή συνθετικές ίνες, που έχει το σχήμα του ποδιού και εφαρμόζει απόλυτα σε αυτό: Ένα ζευγάρι κάλτσες. Kοντές κάλτσες, που καλύπτουν τον αστράγαλο. Mακριές κάλτσες, που καλύπτουν την κνήμη ή και το μηρό. Aντρικές / γυναικείες κάλτσες. Mαντάρω τις κάλτσες. Πιά νω τις θηλιές / τους πόντους, σε γυναικείες νάιλον κάλτσες. Ψηλές κάλτσες, οι γυναικείες. Kάλτσες νάιλον με / χωρίς ραφή. ΦΡ διαβόλου* ~. II. είδος πλέξης. καλτσάκι το YΠΟKΟΡ 1. κοντή κάλτσα ή κάλτσα για μικρό παιδί. 2. πλεχτό παπουτσάκι για μωρά. καλτσούλα η YΠΟKΟΡ καλτσάκι1.

[μσν. κάλτσα < ιταλ. calza (στη σημ. I)· κάλτσ(α) -ούλα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go