Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ηθολογία
1 item total
ηθολογία η [iθolojía] Ο25 : κλάδος της βιολογίας που μελετά την ενστικτώδη συμπεριφορά των ζώων.

[λόγ. < γαλλ. éthologie < étho- = ηθο- + -logie = -λογία]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go