Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ερμηνεύω
1 item total
ερμηνεύω [erminévo] -ομαι Ρ5.1 : 1.βρίσκω στοιχεία, κυρίως αίτια, που αφορούν κτ. άγνωστο ή δυσνόητο, έτσι ώστε αυτό να γίνει γνωστό ή κατανοητό· εξηγώ: ~ σωστά / λανθασμένα κάτι. Όχι μόνο να ερμηνεύσουμε τη δομή της κοινωνίας αλλά και να την αλλάξουμε. ~ ένα γεγονός / ένα φαινόμενο, για τα αίτια και την εξέλιξή του. ~ τη συμπεριφορά / τις ενέργειες κάποιου, για τα κίνητρα, τους στόχους, τις προθέσεις του. Δεν μπορώ να ερμηνεύσω την άρνησή σου. 2α. εξηγώ κτ. αναλύοντας το νόημά του: ~ έναν όρο / μια έννοια. Aδυνατούσαν να ερμηνεύουν το χρησμό. ~ ένα αίνιγμα, το λύνω. ~ ένα νόμο / τις Γραφές. β. (για λέξη ή κείμενο) μεταφράζω και συχνά σχολιάζω την απόδοση του νοήματος: ~ ένα αρχαίο / ξενόγλωσσο κείμενο. 3. (για ηθοποιό ή καλλιτέχνη) εκτελώ ένα μουσικό κομμάτι ή αποδίδω ένα θεατρικό ή κινηματογραφικό ρόλο· κάνω ερμηνεία: Ερμήνευσε με επιτυχία τον Οιδίποδα του Σοφοκλή. ~ ένα μουσικό κομμάτι, το αποδίδω. ~ ένα τραγούδι, το τραγουδώ.

[λόγ.: 1, 2α: αρχ. ἑρμηνεύω· 2β: ελνστ. σημ.· 3: σημδ. γαλλ. interpréter]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go