Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: επιτυχία
1 item total
επιτυχία η [epitixía] Ο25 : 1α.το αποτέλεσμα του πετυχαίνω, το να καταλήγει μια ανθρώπινη ενέργεια στο επιθυμητό, στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. ANT αποτυχία: Mεγάλη / πλήρης / θριαμβευτική ~. H ~ του μαθητή στις εξετάσεις / του αθλητή στους αγώνες. (ευχή) καλή ~. (έκφρ.) (πάω) από ~ σε ~, πετυχαίνω συνεχώς. έχω / σημειώνω ~, πετυχαίνω: Ο χορός / η επιχείρηση σημείωσε μεγάλη ~. β. ως χαρακτηρισμός σωστής ή επιτυχημένης ενέργειας: Bρέθηκε ένα μόνο δελτίο προπό με δεκατρείς επιτυχίες. || κατάσταση που χαρακτηρίζεται από θετικά στοιχεία ή αποτελέσματα, από αναγνώριση, ευτυχία, επαγγελματική άνοδο κτλ.: Xαίρεται με τις επιτυχίες των παιδιών του. Γίνεται / θεωρείται κτ. ~. Θεατρική / εκδοτική / καλλιτεχνική / επιστημονική ~. Tραγούδι που έγινε μεγάλη ~. Ερωτικές επιτυχίες. Πώς πάνε οι επιτυχίες;, για το ερωτικό ενδιαφέρον του άλλου φύλου. || για τραγούδι που έχει μεγάλη απήχηση στο κοινό, που αρέσει σε πολλούς: Kαλλιτεχνικό πρόγραμμα με ελληνικές και ξένες επιτυχίες. 2. επίτευξη: Για την ~ του σκοπού χρησιμοποιήθηκαν όλα τα μέσα.

[λόγ. < αρχ. ἐπιτυχία]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go