Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ενδιαφέρω
2 εγγραφές [1 - 2]
ενδιαφέρω [enδiaféro] -ομαι Ρ πρτ. και αόρ. ενδιέφερα, απαρέμφ. ενδιαφέρει, παθ. αόρ. ενδιαφέρθηκα, απαρέμφ. ενδιαφερθεί : 1α.προκαλώ το ενδιαφέρον, την προσοχή, την περιέργεια ή τη φροντίδα κάποιου: Tο ζήτημα δε μας ενδιαφέρει. Δε με ενδιαφέρει τι θα κάνεις, μου είναι αδιάφορο, αδιαφορώ. Tον ενδιαφέρει η αλήθεια, θέλει να μάθει την αλήθεια. β. (στο γ' πρόσ.) αξίζει τον κόπο: Ενδιαφέρει να μάθουμε το σκοπό τους. 2. (παθ.) έχω ενδιαφέρον, δείχνω ιδιαίτερη φροντίδα για κτ.: Ενδιαφέρομαι να μάθω την αλήθεια. Δεν ενδιαφέρομαι· κάνε ό,τι θέλεις. Όσοι ενδιαφέρονται για μένα ας έρθουν να με δουν. Ενδιαφέρομαι για το θέατρο. 3. (ειδ.) προκαλώ ερωτική συμπάθεια: Tον ενδιαφέρει η φίλη σου, αλλά το κρύβει. || (παθ.) έχω ερωτική συμπάθεια για κπ.: Tης έδειξε ότι ενδιαφέρεται. 4. (μπε.) που έχει άμεσο ενδιαφέρον, συμφέρον η επιθυμία: Οι ενδιαφερόμενες πλευρές. || (ως ουσ.): Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ζητήσουν περισσότερες πληροφορίες.

[λόγ. εν- διαφέρω μτφρδ. γαλλ. intéresser, s΄intéresser]

ενδιαφέρων -ουσα -ον [enδiaféron] Ε12 : (λόγ.) (για πρόσ. ή πργ.) που προκαλεί, συγκεντρώνει το ενδιαφέρον, την προσοχή κάποιου: Ενδιαφέρουσα συζήτηση / άποψη / πρόταση / περίπτωση. Ενδιαφέρον ζήτημα. || (ως ουσ.) η ενδιαφέρουσα, η κατάσταση γυναίκας εγκύου: Είναι σε ενδιαφέρουσα, είναι έγκυος. || (ως ουσ.) το ενδιαφέρον*.

[λόγ. μεε. του ρ. ενδιαφέρω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες