Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: εκμεταλλεύομαι
1 item total
εκμεταλλεύομαι [ekmetalévome] Ρ5.1β : 1.χρησιμοποιώ κτ. για να αποκομίσω οικονομικό όφελος, κέρδος: Tο κράτος πρέπει να εκμεταλλευτεί όλες τις πλουτοπαραγωγικές πηγές. Εκμεταλλεύτηκε το κεφάλαιό του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. ~ τη δύναμη του νερού. || χρησιμοποιώ κτ. με τρόπο ωφέλιμο· αξιοποιώ: Για να εκμεταλλευτούμε καλύτερα το χώρο, πρέπει να αλλάξουμε διαρρύθμιση. 2. χρησιμοποιώ κτ. με τρόπο που παραβαίνει κανόνες ή ηθικές αρχές, για να έχω ίδιο όφελος: Εκμεταλλεύεται το μόχθο των άλλων για να πλουτίζει. Aν και μπορούσε, δε θέλησε να εκμεταλλευτεί την αδυναμία μας. Εκμεταλλεύτηκε την εμπιστοσύνη που του είχα για να με εξαπατήσει. Tον κατηγορούν ότι εκμεταλλεύεται τη θέση του για προσωπικό όφελος. Εκμεταλλεύτηκαν την άγνοια και την ευπιστία των απλών ανθρώπων για να πλουτίσουν. ~ ένα ιδανικό, καπηλεύομαι. Άνθρωπος χωρίς ηθικές αρχές, εκμεταλλεύτηκε τους πάντες και τα πάντα για να ικανοποιήσει τις προσωπικές του φιλοδοξίες. 3. (μπε.) α. που εκμεταλλεύεται: Πέτυχαν ό,τι ήθελαν, εκμεταλλευόμενοι όλες τις δυνατότητές τους. Εδραίωσαν την εξουσία τους εκμεταλλευόμενοι την άγνοια και την ευπιστία των απλών ανθρώπων. β. (καταχρηστικά, με παθητική σημασία) που τον εκμεταλλεύονται άλλοι, συνήθ. ως ουσ.: Οι εκμεταλλευτές και οι εκμεταλλευόμενοι.

[λόγ. < ελνστ. ἐκμεταλλεύω `βγάζω μέταλλο από ορυχείο΄ αποθ. κατά το εργάζομαι & σημδ. γαλλ. exploiter une mine]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go