Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: εικασία
1 item total
εικασία η [ikasía] Ο25 : γνώμη (κρίση, συμπέρασμα, υπόθεση κτλ.), στην οποία καταλήγει κανείς με βάση κάποια δεδομένα, πιθανή αλλά όχι απόλυτα βεβαιωμένη· (πρβ. υπόθεση): Kάνω μια ~, εικάζω. Aπλή / πιθανή / τολμηρή / απίθανη / αόριστη ~. Δε μας πείθουν προτάσεις που στηρίζονται σε εικασίες. Προς το παρόν, ό,τι μπορούμε να πούμε για το θέμα δεν ξεπερνά το στάδιο της εικασίας. Kαμιά κατηγορία δεν τον βάραινε· μόνο υπόνοιες και εικασίες ακούγονταν σε βάρος του.

[λόγ. < αρχ. εἰκασία]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go