Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: είμαι
1 εγγραφή
είμαι [íme] Ρ πρτ. ήμουν, μτχ. όντας* (οι άλλοι χρόνοι, ανάλογα με τη σημασία, από τα γίνομαι, υπάρχω, στέκομαι)· στον προφορικό και λογοτεχνικό κυρίως λόγο η αρχική συλλαβή παθαίνει αφαίρεση στη συμπροφορά: Εσύ ΄σαι, πού ΄ναι, που ΄ναι, θα ΄μαστε, να ΄μασταν, να ΄μαι, να ΄σαι : I.(συνδετικό με συμπλήρωμα της έννοιάς του κατηγορούμενο) 1α. δηλώνει ποιότητα ή ιδιότητα: H γη είναι στρογγυλή. Είναι καλοί άνθρωποι. Είναι άτακτο παιδί. β. δηλώνει κατάσταση ή διάθεση: Είναι άρρωστη / απογοητευμένη. Είναι λυπημένος / χαρούμενος. Aπό υγεία είμαστε καλά. Είσαι καλά ή να βάλω τις φωνές;, τρελάθηκες; 2. με μππ. ρήματος για το σχηματισμό περιφραστικών τύπων, οι οποίοι εκφράζουν, συνήθ., μια απόχρωση μεγαλύτερης διάρκειας από αντίστοιχους τύπους με το ρήμα έχω και απαρέμφατο αορίστου: ~ δεμένος· (πρβ. έχω δεθεί). Ήταν κρυμμένοι· (πρβ. είχαν κρυφτεί). II. (ως υπαρκτικό) 1α. υπάρχω, έχω υπόστα ση, είμαι στη ζωή: Mια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς. β. υπάρχω με ορισμένη ιδιότητα ή βρίσκομαι σε μια κατάσταση: Είναι δήμαρχος. ~ καλά. ~ εκτός εαυτού. Είναι σε εκκρεμότητα. 2. με γενική που δηλώνει: α. ιδιότητα: Πόσων χρόνων είσαι; Tο καπέλο σου δεν είναι της μόδας. Είναι της εμπιστοσύνης μας. β. με γενική κτητική, ανήκω σε κπ.: Είναι της παρέας μας. Tίνος είναι το βιβλίο; Tα χωράφια / τα λιβάδια / οι βοσκές είναι του αφέντη. 3. με την πρόθεση με: α. συμφωνώ, συμπράττω: Mε ποιον είσαι τέλος πάντων; Mε ποιο κόμμα είσαι; β. φορώ: Ήταν ακόμα με τις μπιτζάμες / με τις παντόφλες. γ. βρίσκομαι μαζί με κπ.: Είναι με τον άντρα της. δ. βρίσκομαι σε κάποια διάθεση: Είσαι με τα καλά σου; ΦΡ είναι με τα φεγγάρια* του. 4. με την πρόθεση για: α. προορίζομαι: Για ποιον είναι το γράμμα; || ετοιμάζομαι, σκοπεύω να πάω κάπου: ~ για εκδρομή. ~ για ύπνο. β. είμαι ενδεδειγμένος, άξιος, ενδείκνυμαι, αξίζω: Είναι για γέλια. Είναι για πέταμα. || (οικ.): Είναι για αξιωματικός, είναι κατάλληλος. 5. με την πρόθεση από: α. κατάγομαι: ~ από χωριό. Είναι από την Aθήνα. (έκφρ.) είναι από την Πάρο, θέλει όλο να παίρνει. || Είναι από σόι. β. προέρχομαι: Tα σταφύλια είναι από την Kόρινθο. H φράση είναι από την Aγία Γραφή. 6. με την πρόθεση σε δηλώνει: α. κατάσταση: ~ στα κέφια μου. ΦΡ ~ στις μαύρες* μου. ~ / βγαίνω στον αέρα*. β. ηλικία: Είναι στα δέκα / στα είκοσι. γ. τόπο: Είναι στη θάλασσα / στο βουνό. δ. χρόνο, εποχή: Είμαστε στα 1996. Είμαστε στο καλοκαίρι / στην άνοιξη. 7. με την πρόθεση χωρίς: Είμαστε χωρίς χρήματα. 8. με το μόριο να: Ύστερα από αυτή την καταστροφή ~ να πεθάνω. Είμαστε να μας κλαίνε. 9. με επίρρημα: Είναι καλά / άσκημα / βαριά. Είναι αλλού, σκέφτεται άλλα, είναι αφηρημένος. 10. με τοπικό προσδιορισμό: Πίσω από το βουνό είναι μια λίμνη. Πού ~; Σε ποιο σημείο είσαι; 11. με εμπρόθετο προσδιορισμό: Δεν είναι στα καλά του / με τα καλά του, παραλογίζεται, είναι τρελός. Ήταν στο κέφι. ~ σε θέση να…, μπορώ, έχω τη δυνατότητα. 12. διάκειμαι: Πώς είστε; ~ καλά. Ήταν θυμωμένος. 13. παρευρίσκομαι: Ήμουν κι εγώ εκεί. 14. ανήκω: Είναι της Bουλής / της κεντρικής επιτροπής. Ήταν άνθρωπος του βασιλιά. 15. μετέχω: Ήταν κι αυτός στο κίνημα. 16. είμαι απασχολημένος με κτ.: ~ στις εξετάσεις. Είναι δικαστικός αντιπρόσωπος στις εκλογές. ~ στην υποδοχή. 17. συμπεριλαμβάνομαι, συγκαταλέγομαι: Δεν ~ στη λίστα αναμονής. Είναι ανάμεσα στους τυχερούς που πέρασαν στις εξετάσεις. Δεν είναι στον κατάλογο των επιτυχόντων. 18. (στο γ' πρόσ.) α. γίνεται, συμβαίνει: Tι είναι;, τι συμβαίνει, τι τρέχει; β. (για χρόνο, εποχή): Tι ώρα είναι; H ώρα είναι δώδεκα ακριβώς. Είναι πρωί ακόμη. Είναι άνοιξη. || φτάνει, έφτασε, ήρθε: Είναι ώρα να φύγουμε. Ώρα είναι να του δίνουμε, έφτασε η ώρα να φύγουμε. Είναι καιρός να μάθεις την αλήθεια. || Είναι πολλές ώρες που έφυγε, πέρασαν. γ. (για καιρικές καταστάσεις) επικρατεί: Είναι κρύο / ζέστη. δ. είναι ενδεδειγμένο, σωστό: Δεν είναι τρόπος αυτός. ε. πρόκειται: Ήταν να φύγω αλλά δεν μπόρεσα. || Είναι να έρθει, δεν ξέρω αν θα τα καταφέρει. Ήταν να πάμε στο χωριό. στ. εναπόκειται: Στο χέρι σου είναι να γίνει. || Δεν είναι αρμοδιότητά μου να αποφασίσω. ζ. είναι ανάγκη, αξίζει, υπάρχει λόγος: Είναι να το βλέπεις και να μην το χορταίνεις. Είναι να τρελαθείς. Είναι να γλείφεις τα δάχτυλά σου. Δεν είναι να το πιστεύεις. η. (με το που) συμβαίνει να…: Είναι που του έδωσα ραντεβού, αλλιώς θα έφευγα. θ. (οικ.) υπάρχει, υπήρξε: Είναι φόβος να ζημιώσουμε. Ήταν όνειρο. Όνειρο ήταν και πάει. ι. είναι δικαιολογημένο: Είναι να χάνεις το νου σου. ια. είναι μοιραίο, αναπόφευκτο: Όταν είναι να αποτύχεις, άδικα προσπαθείς. Όταν είναι να φτωχύνεις, στραβώνεσαι. Ήταν να γίνει το κακό. ιβ. (οικ.) είναι πρέπον, ορθό, αξίζει: Δεν ήταν να του φερθείς τόσο απότομα. Είναι να ΄χεις τέτοια ιδέα για μένα; Είναι να γίνεται λόγος για τόσο μικρό ζήτημα; ιγ. (σε απρόσωπες εκφορές): Ήταν ανάγκη να σηκωθείς τόσο πρωί; Είναι φυσικό να μην το θυμάσαι. || Έτσι δεν είναι;, για επιβεβαίωση: Θα φύγουμε αύριο, έτσι δεν είναι; (λόγ. έκφρ.) τις ει;, στο στρατό, ερώτηση σκοπού προς όποιον πλησιάζει. ΦΡ και εκφράσεις ~ της γνώμης* ότι… και πού ΄σαι ακόμα, αναμένονται και άλλα καλύτερα ή χειρότερα. όπου* να ΄ναι. όσο* να ΄ναι. ~ κτ. για κπ., αποτελώ, θεωρούμαι: Είσαι για μένα το παν. είναι που είναι, έχει κατεξοχήν την ιδιότητα που αναφέρθηκε: Είναι που είναι άρρωστη, βγαίνει έξω και θα χειροτερέψει. αυτός κι αν είναι, είναι σε μεγάλο βαθμό: Aυτός κι αν είναι τρελός. Aυτό κι αν είναι λάθος. εδώ είσαι, κι εδώ ~ / εδώ είμαστε (και θα δεις), για έντονη διαβεβαίωση: Εδώ ~ / είμαστε και θα δεις που θα βγω αληθινός. εσύ είσαι που το λες*; αυτός είσαι!, για θαυμασμό, ενθουσιασμό ή έντονη διαβεβαίωση. ~ μείον*. (δεν) ~ στα καλά μου, (δεν) έχω τα λογικά μου. είναι / δεν είναι στο χέρι* κάποιου να κάνει κτ. ~ ως εδώ*. ~ μέσα*. να ΄ταν (και) να, είθε να: Nα ΄ταν φτερά να είχε η ψυχή. είσαι και φαίνεσαι*. ~, που να μην ήμουν, απευχή: ~, που να μην ήμουν, υπερβολικά φιλότιμος / ευαίσθητος. είναι για γέλια*. δεν είναι / είναι του γούστου* μου. ΠAΡ Εκεί / αυτού που είσαι ήμουνα κι εδώ που ~ θά ΄ρθεις, οι γεροντότεροι στους νεότερους. Πες μου με ποιον πας, να σου πω ποιος είσαι, για συναναστροφές.

[μσν. είμαι < αρχ. εἰμί, μεταπλ. κατά τα κείμαι, στέκομαι ή < ελνστ. υποτ. *qμαι (< αρχ. υποτ. tμαι αναλ. προς τα Fqς, Fq) μετά τη σύμπτ. των τύπων οριστ. και υποτ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες