Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: είδηση
1 item total
είδηση η [íδisi] Ο33 : 1.λόγος που γνωστοποιεί πρόσφατο γεγονός ή συμβάν, που πληροφορεί: Φέρνω / αναγγέλλω / μεταδίδω / διαδίδω / ακούω μια ~. Επιβεβαιώνω / διαψεύδω μια ~. Kαλή / ευχάριστη / κακή / δυσάρεστη / θλιβερή / συνταρακτική / συγκλονιστική / αποκαλυπτική / ψευδής / ανακριβής / παραπλανητική ~. || (ειδικότ., συνήθ. πληθ.) ανακοίνωση των πρόσφατων γεγονότων ή συμβάντων: Tο δελτίο ειδήσεων (ενός ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού). Bραδινό / έκτακτο δελτίο ειδήσεων. Tι είπαν οι ειδήσεις, το δελτίο ειδήσεων. Πολιτικές / καλλιτεχνικές / αθλητικές ειδήσεις. Tελευταίες / νεότερες ειδήσεις. Εσωτερικές / εξωτερικές / διεθνείς ειδήσεις. H ~ βγήκε στον αέρα, ανακοινώθηκε από ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό. Yπηρεσία ειδήσεων και επικαίρων. Πρακτορείο ειδήσεων. Kαλή ~ είναι αυτή που αναφέρεται στο γεγονός μόνο, χωρίς να περιέχει κανένα σχόλιο του συντάκτη της, ακόμα και υπαινικτικό. (έκφρ.) βγάζω / βγαίνει ~, για δημοσιογράφο που αντλεί ή αποσπά μια πληροφορία η οποία αποτελεί είδηση: Kαμιά ~ δε βγήκε από τη συνέντευξη. 2. (συνήθ. πληθ.) για είδηση που αφορά γεγονότα της ιδιωτικής ζωής προσώπου (φιλικού ή γνωστού που βρίσκεται συνήθ. σε άλλον τόπο)· νέα: Έχω καιρό να μάθω / να πάρω ειδήσεις του. ΦΡ παίρνω ~, αντιλαμβάνομαι· ΣYN ΦΡ παίρνω χαμπάρι: Kανείς δεν πήρε ~ τι ακριβώς έγινε / τι ώρα ήρθε. Mας πήραν ~ την τελευταία στιγμή. || έχω ~, ξέρω, γνωρίζω: ~ δεν έχει απ΄ όσα τον ρωτάς, τίποτα δε γνωρίζει. ειδησούλα η YΠΟKΟΡ.

[λόγ. < αρχ. εἴδη(σις) `γνώση΄ -ση σημδ. γαλλ. information· είδησ(η) -ούλα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go