Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: δουλικός
4 items total [1 - 4]
-ότητα [ótita] & -ύτητα [ítita] ανάλογα με το χαρακτήρα του θέματος της πρωτότυπης λέξης : επίθημα για το σχηματισμό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών. 1. (συνήθ. από επίθ.) δηλώνει ιδιότητα ή κατάσταση ανάλογη με αυτή που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: α. από επίθετα σε -ος / -ός: (αρμόδιος) αρμοδιότητα, (ηλίθιος) ηλιθιότητα, (εγκάρδιος) εγκαρδιότητα, (λιτός) λιτότητα, (σφαιρικός) σφαιρικότητα, (σφριγηλός) σφριγηλότητα. β. από επίθετα σε -ικός -ική -ικό: (αγγελικός) αγγελικότητα, (δουλικός) δουλικότητα, (ελληνικός) ελληνικότητα, (πνευματικός) πνευματικότητα, (σατανικός) σατανικότητα. γ. από επίθετα σε -ύς -εία -ύ: (βραδύς) βραδύτητα, (γλυκύς) γλυκύτητα, (δριμύς) δριμύτητα, (ταχύς) ταχύτητα. || από επίθετα σε -ύς -ιά -ύ: (βαθύς) βαθύτητα. δ. από ουσιαστι κά που συνήθ. δηλώνουν ιδιότητα: (θεός) θεότητα, (μητέρα) μητρότητα, (πατέρας) πατρότητα, (ποιόν) ποιότητα, (ποσόν) ποσότητα. 2. (από ουσιαστικά) δηλώνει σύνολο προσώπων που χαρακτηρίζονται από την ιδιότητα που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: (άνθρωπος) ανθρωπότητα.

[λόγ. < αρχ. -της, αιτ. -τητα κυρ. μετεπιθ. επίθημα παραγωγικό αφηρημένων θηλ. ουσ. με βάση επίθ. με θέμα σε -ο: αρχ. ἀνδρεῖο-ς > ἀνδρειό-της, ελνστ. δόλιο-ς > δολιό-της, σπάν. με θ. σε -υ: αρχ. βαρύ-ς > βαρύ-της και επέκτ. σε -ότης, -ύτης]

δουλικό το [δulikó] Ο38 : (μειωτ.) 1. (παρωχ.) υπηρέτρια. 2. γυναίκα με κακούς, απολίτιστους τρόπους και με πολύ κακή εξωτερική εμφάνιση.

[δούλ(α) -ικό, ουδ. του -ικός (διαφ. το αρχ. δουλικός `με δουλική νοοτροπία΄)]

δουλικός -ή -ό [δulikós] Ε1 : 1α. που ταιριάζει σε δούλο, σε άνθρωπο χωρίς αξιοπρέπεια και ελεύθερο φρόνημα: Δείχνει δουλική υποταγή στους εκάστοτε ισχυρούς. β. (μτφ.) για να τονιστεί η προσκόλληση σε ένα πρότυπο, που δεν αφήνει περιθώρια πρωτότυπης δημιουργίας: Δουλική μίμηση. 2. που ανήκει ή που αναφέρεται σε δούλο: ~ μανδύας. δουλικά ΕΠIΡΡ: Yπηρέτησε ~ το δικτατορικό καθεστώς. H Aναγέννηση δε μιμήθηκε ~ την κλασική αρχαιότητα.

[λόγ. < αρχ. δουλικός & σημδ. γαλλ. servile]

εθελόδουλος -η -ο [eθelóδulos] Ε5 : που με τη θέλησή του υποτάσσεται ή ανέχεται μια σχέση υποταγής, δουλείας· δουλικός, δουλόφρων. || και για συμπεριφορά κτλ.: Εθελόδουλη συμπεριφορά. Εθελόδουλοι τρόποι.

[λόγ. < αρχ. ἐθελόδουλος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go