Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: βαυκαλίζω
1 item total
βαυκαλίζω [vafkalízo] -ομαι Ρ2.1 : δημιουργώ σε κπ. εφησυχασμό και αισιοδοξία με απατηλές υποσχέσεις και ελπίδες, που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα: Bαυκαλίζεται με την ιδέα ότι μια μέρα θα γίνει διάσημος ηθοποιός. Mη βαυκαλίζεσαι με ψεύτικες ελπίδες.

[λόγ. < ελνστ. βαυκαλίζω `νανουρίζω΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go