Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: βακτηρία
2 items total [1 - 2]
βακτηρία η [vaktiría] Ο25 : (λόγ.) το ραβδί, το μπαστούνι.

[λόγ. < αρχ. βακτηρία]

βακτηριακός -ή -ό [vaktiriakós] Ε1 : (βιολ.) που έχει σχέση με τα βακτήρια· βακτηριδιακός.

[λόγ. βακτήρι(ον) -ακός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go