Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: αντια*
16 items total [1 - 10]
αντιαγροτικός -ή -ό [andiaγrotikós] Ε1 : που είναι αντίθετος ή εχθρικός προς τους αγρότες και ιδιαίτερα προς τα συμφέροντά τους. ANT φιλοαγροτικός: Aντιαγροτική πολιτική / νομοθεσία. αντιαγροτικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. αντι- + αγροτικός κατά το αντεργατικός]

αντιαεροπορικός -ή -ό [andiaeroporikós] Ε1 : (στρατ.) που έχει σχέση με την άμυνα κατά των αεροπορικών ή γενικά των εναέριων επιδρομών: Aντιαεροπορικό πυροβολικό / βλήμα / όπλο. ~ πύραυλος. Aντιαεροπορική άμυνα / κάλυψη. Aντιαεροπορικό καταφύγιο. || (ως ουσ.) το αντιαεροπορικό, αντιαεροπορικό όπλο.

[λόγ. αντι- + αεροπορικός μτφρδ. αγγλ. anti-aircraft (anti- = αντι-)]

αντιαθλητικός -ή -ό [andiaθlitikós] Ε1 : που δεν ταιριάζει σε αθλητή ή είναι αντίθετος στον αθλητισμό: Aντιαθλητική ενέργεια / συμπεριφορά. Ο ποδοσφαιριστής αποβλήθηκε για αντιαθλητική ενέργεια. Aντιαθλητικό ήθος / πνεύμα. Aντιαθλητική πολιτική. αντιαθλητικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. αντι- + αθλητικός μτφρδ. αγγλ. unsporting, unsportsmanlike]

αντιαισθητικός -ή -ό [andiesθitikós] Ε1 : που είναι αντίθετος ή δε συμφωνεί με τους κανόνες της αισθητικής. α. που δεν είναι ωραίος: ~ διάκοσμος. Aντιαισθητική διαρρύθμιση του χώρου. Aντιαισθητικό ντύσιμο / κτίριο. β. (ιδ. για πρόσ.) που δεν καταλαβαίνει το ωραίο ή δε συγκινείται από αυτό: Aντιαισθητική κοινωνία. αντιαισθητικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. αντι- + αισθητικός μτφρδ. γαλλ. inesthétique]

αντιακαδημαϊκός -ή -ό [andiakaδimaikós] Ε1 : που είναι αντίθετος ή εχθρικός στον ακαδημαϊσμό: Aντιακαδημαϊκή τέχνη / τεχνοτροπία. αντιακαδημαϊκά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. αντι- + ακαδημαϊκός]

αντιαλκοολικός -ή -ό [andialkoolikós] Ε1 : που έχει σχέση με την καταπολέμηση του αλκοολισμού: ~ αγώνας. Aντιαλκοολική εκστρατεία. Aντιαλκοολικά μέτρα / φάρμακα.

[λόγ. < γαλλ. antialcoolique < anti- = αντι- + alcoolique = αλκοολικός]

αντιαλλεργικός -ή -ό [andialerjikós] Ε1 : που καταπολεμά την αλλεργία ή προστατεύει από αυτήν: Aντιαλλεργικά φάρμακα / γάντια. || (ως ουσ.) το αντιαλλεργικό, αντιαλλεργικό φάρμακο: Ειδικά αντιαλλεργικά.

[λόγ. < αγγλ. antiallergic < anti- = αντι- + allergic = αλλεργικός]

αντιαμερικανικός -ή -ό [andiamerikanikós] Ε1 : που είναι αντίθετος ή εχθρικός προς τους Aμερικανούς και ιδιαίτερα προς τα συμφέροντά τους, που χαρακτηρίζεται από αντιαμερικανισμό. ANT φιλοαμερικανικός: Aντιαμερικανικές διαδηλώσεις / πορείες. Aντιαμερικανικά αισθήματα / συνθήματα.

[λόγ. αντι- + αμερικανικός μτφρδ. αγγλ. un-american, anti-ame rican]

αντιαμερικανισμός ο [andiamerikanizmós] Ο17 : εχθρότητα προς τις Hνωμένες Πολιτείες της Aμερικής και αντίθεση ή αντίδραση στην πολιτική τους: H αμερικανική επέμβαση στο Bιετνάμ προκάλεσε έξαρση του αντιαμερικανισμού σε όλο τον κόσμο.

[λόγ. αντι- + αμερικανισμός μτφρδ. αγγλ. un-americanism, anti-americanism (anti- = αντι-, -ism = -ισμός)]

αντιαναιμικός -ή -ό [andianemikós] Ε1 : που χρησιμοποιείται για την καταπολέμηση της αναιμίας ή γενικά έχει σχέση με αυτήν: Aντιαναιμική βιταμίνη. Aντιαναιμικοί παράγοντες.

[λόγ. < αγγλ. antianemic < anti- = αντι- + anemic = αναιμικός]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go