Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: αντίχειρας
1 item total
αντίχειρας ο [andíxiras] Ο5 : (ανατ.) το πρώτο (από την πλευρά της κερκίδας) και παχύτερο δάχτυλο του χεριού, που αποτελείται από δύο μόνο φάλαγγες· το μεγάλο δάχτυλο, ο μέγας.

[λόγ. < ελνστ. ἀντίχειρ, αιτ. -ειρα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go