Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: αλφαβήτα
2 items total [1 - 2]
αλφαβήτα η [alfavíta] Ο25α : (οικ.) το αλφάβητο ιδίως της νέας ελληνικής γλώσσας: Mαθαίνω / ξέρω / λέω την ~. || (επέκτ., για γνώσεις πολύ περιορισμένες): Mόλις έμαθε την ~, μας κάνει το σπουδαίο.

[μσν. αλφαβήτα < άλφα + βήτα (θηλ. με βάση την κατάλ. )]

αλφαβητάριο το [alfavitário] Ο42 & αλφαβητάρι το [alfavitári] Ο44α : 1.βιβλίο με το οποίο τα παιδιά μαθαίνουν τα γράμματα του αλφαβήτου και ανάγνωση: Διαβάζει / ξεφυλλίζει το ~ με τις πολύχρωμες εικόνες. 2. (μτφ.) τα βασικότερα στοιχεία από έναν ορισμένο κύκλο γνώσεων.

[-άρι: μσν. αλφαβητάρι(ο)ν υποκορ. του ελνστ. ἀλφάβητ(ος) -άριον· -άριο: λόγ. επίδρ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go