Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: αλισίβα
1 item total
αλισίβα η [alisíva] Ο25α : νερό που έχει βράσει με στάχτη από ξυλοκάρβουνα, απαραίτητο άλλοτε στο πλύσιμο των ρούχων και των μαγειρικών σκευών· σταχτόνερο.

[ιταλ. lisciva με ανάπτ. προτακτ. α- 3 από συμπροφ. με το αόρ. άρθρο και ανασυλλ. [mia-li > miali > mi-ali] ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go