Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: αιμορροφιλία
1 item total
αιμορροφιλία η [emorofilía] Ο25 : η αιμοφιλία.

[λόγ. σύντμ. αιμορρ(αγία) + (αιμ)οφιλία]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go