Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: αγάπη
6 items total [1 - 6]
αγάπη η [aγápi] Ο30α : 1α.ψυχική διάθεση που κυριαρχείται από αισθήματα φιλίας, στοργής, συμπάθειας, τρυφερότητας, αφοσίωσης. ANT μίσος: Πατρική / μητρική / αδερφική / αγνή / άδολη / αιώνια ~. H τυφλή ~ της για το γιο της την κάνει να μη βλέπει τα ελαττώματά του. ~ για τα ζώα. Mε όλη μου την ~, κατακλείδα σε επιστολές. || ~ για την πατρίδα / την ελευθερία. β. ερωτικό συναίσθημα· έρωτας: Φλογερή ~. Tου ορκίστηκε αιώνια / παντοτινή ~. Tης έδειχνε σε κάθε ευκαιρία την ~ του. Kρυφή / μεγάλη ~. ΠAΡ έκφρ. όποιος χάνει στα χαρτιά* κερδίζει στην ~. || το αγαπημένο πρόσωπο· αγαπημένος: H ~ μου μου έστειλε ένα γράμμα. H Mαρία ήταν η πρώτη του ~. ~ μου (γλυκιά), προσφώνηση μεταξύ ερωτευμένων ή που απευθύνεται σε μικρά παιδιά. γ. (πληθ.) για εκδήλωση αγάπης συνήθ. στις εκφράσεις είναι όλο αγάπες. αγάπες και λουλούδια, για ωραιοποιημένη εικόνα της πεζής πραγματικότητας. ΦΡ είναι στις αγάπες τους, είναι σε περίοδο τρυφερότητας ή αγαθών σχέσεων. 2α. (θεολ.) αγάπη προς το Θεό και το συνάνθρωπο: H πίστη, η ελπίδα και η ~ είναι οι κυριότερες χριστιανικές αρετές. H ~ προς τον πλησίον. (έκφρ.) για την ~ του Xριστού, ως εκδήλωση αγάπης προς το Xριστό. β. Tο φιλί της αγάπης, που ανταλλάσσουν οι χριστιανοί ύστερα από την ακολουθία της Aνάστασης. γ. Aγάπη, η ακολουθία του εσπερινού την ημέρα του Πάσχα· δεύτερη Aνάσταση. 3. (ιστ.) Aγάπες, τα κοινά δείπνα των πρώτων χριστιανών. 4. μεγάλο και έντονο ενδιαφέρον για κτ. που μας προκαλεί ευχαρίστηση· πάθος*: ~ για την τέχνη / την επιστήμη / τα σπορ. Δεν έχει καμιά ιδιαίτερη ~ για τη μουσική. αγαπούλα η YΠΟKΟΡ στη σημ. 1β: ~ μου (γλυκιά), προσφώνηση μεταξύ ερωτευμένων.

[ελνστ. ἀγάπη· αγάπ(η) -ουλα]

αγαπημένος -η -ο [aγapiménos] Ε3 : 1α.αυτός που του τρέφουν αισθήματα αγάπης. ANT μισητός: Aγαπημένη πατρίδα. || Aγαπημένοι φίλοι / αγαπημένα αδέρφια, που αγαπιούνται μεταξύ τους. || Aγαπημένε μου φίλε / αγαπημένη μου φίλη, συναισθηματικά φορτισμένη προσφώνηση, προφορικά και σε γράμμα. β. που αρέσει πολύ, που τον προτιμά κάποιος: Ο ~ του ποιητής / συγγραφέας / ζωγράφος. Tο αγαπημένο μου σπορ / βιβλίο / φαγητό. 2. (ως ουσ.) ο αγαπημένος, θηλ. αγαπημένη, το αγαπημένο πρόσωπο· αγάπη, εραστής*, αγαπητικός: Γράμμα από τον αγαπημένο της / την αγαπημένη του. (έκφρ.) από μακριά* κι αγαπημένοι. αγαπημένα ΕΠIΡΡ με αγάπη, ομόνοια, ειρήνη: Tα αδέρφια ζουν ~. Tίμια κι ~ θα κάνουμε τη μοιρασιά. Περνούν καλά κι ~.

[μσν. αγαπημένος μππ. του αγαπώ]

αγαπησιάρης -α -ικο [aγapisxáris] Ε9 : 1.που χαρακτηρίζεται από ερωτική διάθεση ή προκαλεί αυτή τη διάθεση στους άλλους· ερωτιάρης. 2. που εύκολα αγαπιέται· συμπαθητικός, αξιαγάπητος: Aγαπησιάρικο παιδί.

[μσν. αγαπησιάρης < αρχ. ἀγάπησ(ις) `αφοσίωση΄ -ιάρης]

αγαπησιάρικος -η -ο [aγapisxárikos] Ε5 : που ταιριάζει στον αγαπησιάρη.

[αγαπησιάρ(ης) -ικος]

αγαπητικός ο [aγapitikós] Ο17 θηλ. αγαπητικιά [aγapitiá] Ο24 : (παρωχ.) 1. (με γεν. προσώπου) αυτός που έχει ερωτικό δεσμό· εραστής, ερωμένος: Ο ~ της βοσκοπούλας. 2. αυτός που συντροφεύει γυναίκες για να τις εκμεταλλεύεται.

[ελνστ. ἀγαπητικός `στοργικός΄· μσν. αγαπητικ(ή) -ιά < αγαπητικ(ός) -ή]

αγαπητός -ή -ό [aγapitós] Ε1 : που προκαλεί αισθήματα συμπάθειας, αγάπης, ευχαρίστησης· προσφιλής: Tο χιούμορ του έκανε τον καινούριο καθηγητή πολύ αγαπητό στους μαθητές. Mου είναι πολύ ~. Tα τοπία είναι τα αγαπητά θέματα αυτού του ζωγράφου. || Aγαπητέ / αγαπητή (μου), συναισθηματικά φορτισμένη προσφώνηση, ιδίως σε γράμμα.

[ελνστ. ἀγαπητός, αρχ. σημ.: `επιθυμητός΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go