Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: Κένταυρος
1 item total
Kένταυρος ο [kéndavros] Ο20α : μυθολογικό ανθρωπόμορφο ον με σώμα αλόγου και κορμό και κεφάλι ανθρώπου: Ο ~ Xείρων. Ο ~ Nέσσος. Tο βουνό των Kενταύρων, το Πήλιο.

[λόγ. < αρχ. Κένταυρος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go