Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: %τρια*
657 items total [1 - 10]
-γνώστης [γnóstis] θηλ. -γνώστρια [γnóstria], στις περιπτώσεις που σχηματίζεται : β' συνθετικό σε σύνθετα ουσιαστικά· δηλώνει το πρόσωπο που γνωρίζει καλά ή που κατέχει επιστημονικά αυτό που εκφράζει το α' συνθετικό: αρχαιο~, καρδιο~, φυσιο~ και φυσιογνώστρια, παντο~ και παντογνώστρια.

[λόγ. < ελνστ. -γνώστης < αρχ. ουσ. γνῶσ(ις) -της ως β' συνθ.: ελνστ. καρδιο-γνώστης· λόγ. -γνώσ(της) -τρια]

-θέτης [θétis] θηλ. -θέτρια [θétria], στις περιπτώσεις που σχηματίζεται : β' συνθετικό σε σύνθετα ουσιαστικά· χαρακτηρίζει αυτόν που: 1. βάζει, θέτει, τοποθετεί αυτό που αναφέρει το α' συνθετικό: ναρκο~, ορο~. 2. θεσπίζει αυτό που αναφέρει ή υπονοεί το α' συνθετικό: αγωνο~, αθλο~, νομο~, θεσμο~. 3. σε παραγωγή με προθήματα, δηλώνει το πρόσωπο που εκτελεί την ενέργεια που δηλώνει το αντίστοιχο ρήμα σε -θέτω: δια~, κατα~, συν~.

[λόγ. < αρχ. -θέτης (< ρ. τίθημι, δες στο θέτω) ως β' συνθ.: αρχ. νομο-θέτης, δια-θέτης (δες λ.), ελνστ. ὁρο-θέτης `που καθορίζει τα όρια΄· λόγ. -θέ(της) -τρια]

-ίστας [ístas] θηλ. -ίστρια [ístria] & -ίστα [ísta] : 1. επίθημα για το σχηματισμό ουσιαστικών παράγωγων από ουσιαστικά· δηλώνει το πρόσωπο που: α. παίζει επαγγελματικά (ή ερασιτεχνικά) το μουσικό όργανο που δίνει η πρωτότυπη λέξη: (ακορντεόν) ακορντεονίστας, (άρπα) αρπίστας και αρπίστρια, (βιολοντσέλο) βιολοντσελίστας, (κλαρίνο) κλαρινίστας, (κιθάρα) κιθαρίστας, (κορνέτα) κορνετίστας, (όμποε) ομποΐστας, (πιάνο) πιανίστας και πιανίστρια, (σαξόφωνο) σαξοφωνίστας, (φλάουτο) φλαουτίστας. || (προφ.) βιολίστας αντί βιολιστής. || καντσονετίστας. β. επιδίδεται στο άθλημα που δίνει η πρωτότυπη λέξη: (τένις) τενίστας, (μπάσκετ μπολ) μπασκετμπολίστας και μπασκετμπολίστρια. || ανάλογα (άλμα τριπλούν) τριπλουνίστας· ακοντίστας αντί του ακοντιστής. γ. επιδίδεται στο είδος της τέχνης που δίνει η πρωτότυπη λέξη: (ακουαρέλα) ακουαρελίστας, (μακέτα) μακετίστας· γραφίστας. || (μανικιούρ) μανικιουρίστας. 2. σε ουσιαστικά που δηλώνουν το πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από την ιδιότητα που δίνει η πρωτότυπη λέξη: (χιούμορ) χιουμορίστας, (στιλ) στιλίστας· αριβίστας, τουρίστας, φασίστας. || καπιταλίστας - καπιταλιστής· αρτίστας θηλ. αρτίστα.

[ιταλ. μετουσ. επίθημα -ista επαγγελμ. ουσ. (αρσ. και θηλ.) και γενικότερα ουσ. που δηλώνουν τον οπαδό θρησκείας, θεωρίας, πολιτικού ηγέτη ή αυτόν που ασκεί μια τέχνη ή ένα άθλημα < λατ. -ista, -istes < αρχ. μεταρ. επίθημα -ισ-τής (κιθάρ-α `μικρή άρπα΄ > κιθαρ-ίζ-ω > κιθαρ-ισ-τής): πιαν-ίστας (πιάν-ο) < ιταλ. pianista (< piano), κιθαρ-ίστας (κιθάρ-α) < ιταλ. chitarrista (< chitarra < αρχ. κιθάρα μέσω των αραβ.), στιλ-ίστας (στιλ) < ιταλ. stilista (< stile), και επέκτ. σε λ. όχι ιταλ. προέλ.: μπασκετμπολ-ίστας (< μπάσκετ μπολ) (δες και -ιστής)· λόγ. -ίσ(τας) -τρια· -ίστας > -ίστα με αποβ. του για δήλωση θηλ. γένους]

-ιστής 1 [istís] θηλ. -ίστρια [ístria] : επίθημα για το σχηματισμό ουσιαστικών· δηλώνει τον οπαδό ή το θιασώτη μιας θεωρίας ή του δημιουργού της ή το μελετητή ενός έργου, μιας γλώσσας, φιλολογίας κτλ. τα οποία δίνει το ουσιαστικό της πρωτότυπης λέξης: ανθρωπιστής, βουδιστής, διεθνιστής, δημοτικιστής, εβραϊστής, εθνικιστής, ειρηνιστής, ελληνιστής, θετικιστής, ιδεαλιστής, ομηριστής, παλαμιστής, σολωμιστής.

[λόγ. < ελνστ. μετουσ. επίθημα -ιστής σε ουσ. που δηλώνουν μέλη θρησκευτικών ενώσεων ή οπαδούς ατόμων ή θεωριών (< αρχ. μεταρ. επίθημα -τής σε ρ. σε -ίζω, δηλωτικό ενέργειας, απασχόλησης, επαγγέλματος: αρχ. κομισ-τής < κομ-ίζω, ελνστ. βαπτισ-τής < βαπτ-ίζω, πρβ. και μετουσ. αρχ. -ιστής: αρχ. κολλυβ-ιστής `αργυραμοιβός΄ < κόλλυβ-ον `μικρό νόμισμα΄): ελνστ. Παναθηνα-ϊσταί `που γιορτάζουν τα Παναθήναια΄, Bακχ-ισταί `λατρευτές του Bάκχου΄, μσν. συναξαρ-ιστής `συγγραφέας συναξαρ-ίων΄ & γαλλ., αγγλ., γερμ. μετον. και σπάν. μεταρ. επίθημα -ist(e), -ista < λατ. -ista, -istes < αρχ. -ισ-τής: ηδον-ιστής < αγγλ. hedonist ή γαλλ. hédoniste, δαρβιν-ιστής < αγγλ. Darwinist και σε μτφρδ.: ειρην-ιστής < γαλλ. pacifiste και ιδίως σε αντιστοιχία με αφηρ. ουσ. σε -ισμός: διεθν-ιστής < διεθν-ισμός, υλ-ιστής < υλ-ι σμός (δες και -ίστας)· λόγ. -ισ(τής) -τρια]

-κτήτης [ktítis] θηλ. -κτήτρια [ktítria], στις περιπτώσεις που σχηματίζεται : β' συνθετικό σε σύνθετα ουσιαστικά· δηλώνει το πρόσωπο που έχει την κυριότητα αυτού που δηλώνει το α' συνθετικό: πλοιο~. || ιδιο~. || και ως επίθετο: πλοιοκτήτρια εταιρεία.

[λόγ. θ. -κτη- (του αρχ. ρ. κτῶμαι `αποκτώ΄) -της σαν ενεργ. του παθ. ιδιό-κτητος: ιδιο-κτήτης (δες λ.)· λόγ. -κτή(της) -τρια]

-λατρία [latría] : β' συνθετικό σε σύνθετα αφηρημένα θηλυκά ουσιαστικά· δηλώνει: 1. την κατάσταση, ιδιότητα ή συμπεριφορά που απορρέουν από τη στάση ζωής που συνεπάγεται η έννοια του ουσιαστικού σε -λάτρης από το οποίο παράγεται: προγονο~, προσωπο~. 2. τη λατρεία ως θεού αυτού που δηλώνει το α' συνθετικό: ειδωλο~, ζωο~, ηλιο~. || μοιρο~.

[λόγ. < ελνστ. -λατρία (< -λάτρης) ως β' συνθ.: ελνστ. εἰδωλο-λατρία & γαλλ. -lâtrie < ελνστ. -λατρία: ζωο-λατρία < γαλλ. zoolâtrie]

-λήπτης [líptis] θηλ. -λήπτρια [líptria] : β' συνθετικό για το σχηματισμό σύνθετων ουσιαστικών· δηλώνει: 1α. αυτόν που λαμβάνει, που παίρνει αυτό που αναφέρεται ως α' συνθετικό: δειγματο~, δωρο~, μισθο~. β. αυτόν που αναλαμβάνει να εκτελέσει αυτό που αναφέρεται ως α' συνθετικό: εργο~. γ. αυτόν που καταγράφει με μηχανικά μέσα αυτό που αναφέρεται ως α' συνθετικό: εικονο~, ηχο~. 2. συσκευή κατάλληλη ώστε να δέχεται αυτό που αναφέρεται ως α' συνθετικό: ρευματο~.

[λόγ. < ελνστ. -λήπτης (θ. συγγ. του ρ. λαμβάνω) ως β' συνθ.: ελνστ. δωρο-λήπτης· λόγ. -λήπ(της) -τρια]

-μετρία [metría] : (επιστ.) β' συνθετικό σύνθετων αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών· δηλώνει επιστήμη, κλάδο επιστήμης, τεχνική ή μέθοδο οι οποίες αφορούν τη μέτρηση του στοιχείου που εκφράζει ή συνεπάγεται το α' συνθετικό· συχνά η διαδικασία της μέτρησης γίνεται με το αντίστοιχο όργανο που έχει ως β' συνθετικό -μετρο, -μετρητής: επιπεδο~, θερμιδο~, ογκο~, χωρο~· ανθρωπο~, κρανιο~.

[λόγ. < αρχ. -μετρία (< -μέτρης `που μετράει΄ < ρ. μετρῶ) ως β' συνθ.: αρχ. γεω-μετρία, ελνστ. χωρο-μετρία `χωρομέτρηση΄ & διεθ. -metria < αρχ. -μετρία: υγρο-μετρία < γαλλ. hygrométrie, τριγωνο-μετρία < νλατ. trigonometria]

-τεχνίτης [texnítis] θηλ. -τεχνίτρια [texnítria] & (προφ., λαϊκότρ.) -τεχνίτρα [texnítra] (στη σημ. 2) : β' συνθετικό σε σύνθετα ουσιαστικά· δηλώνει: 1. το πρόσωπο που ξέρει καλά και ασκεί ως επάγγελμα την τέχνη που σχετίζεται με το υλικό ή γενικά με το αντικείμενο που εκφράζει το α' συνθετικό: ηλεκτρο~, μηχανο~, οδοντο~, ραδιο~. 2. το πρόσωπο που ασκεί επαγγελματικά κάποια τέχνη με τον τρόπο, ιδιότητα κτλ. που εκφράζει το α' συνθετικό: πολυ~, ψευτο~.

[2: ουσ. τεχνίτης ως β' συνθ.· 1: λόγ. τεχνίτης ως β' συνθ.· λόγ. -τεχνί(της) -τρια· -τεχνί(της) -τρα]

-τρια [tria] : επίθημα για το σχηματισμό θηλυκού ουσιαστικού από το αντίστοιχο αρσενικό· δηλώνει τη γυναίκα με επάγγελμα, ασχολία, δραστηριότητα κτλ. αντίστοιχα με του αρσενικού ουσιαστικού από το οποίο σχηματίζονται: 1α. (από αρσενικά σε -τής): (διευθυντής) διευθύντρια, (καθηγητής) καθηγήτρια, (νικητής) νικήτρια, (περιηγητής) περιηγήτρια· (συντάκτης) συντάκτρια, (χαράκτης) χαράκτρια· (θαυμαστής) θαυμάστρια, (μεταφραστής) μεταφράστρια, (πρωταγωνιστής) πρωταγωνίστρια. || κάποτε (συνήθ. λόγ.) όταν δηλώνουν ιδιότητα, λειτουργούν και ως επίθετα: πλοιοκτήτρια εταιρεία. β. (από αρσενικά σε -ιστής, -ίστας): (σοσιαλιστής) σοσιαλίστρια, (φεμινιστής) φεμινίστρια· (πιανίστας) πιανίστρια, (χιουμορίστας) χιουμορίστρια· (βλ. -ίστας, -ιστής 1). 2. δίνει το λόγιο, επίσημο τύπο θηλυκών ουσιαστικών σε -τρα 1, -ισσα: υφάντρια - υφάντρα, μεσίτρια - μεσίτισσα.

[λόγ. < ελνστ. επίθημα -τρια (< αρχ. -τήρ, τής): ελνστ. ποιή-τρια, πωλή-τρια, ελνστ. ή μσν. ὁδηγή-τρια]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...66   Next >
Go to page:Go