Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "ταχύς -εία -ύ"
1 item total
ταχύς -εία -ύ [taxís] Ε7α : 1. γρήγορος. ANT αργός, βραδύς. α. για κπ. που κάνει κτ. ή για κτ. που γίνεται σε διάστημα πολύ μικρότερο από το συνηθισμένο: Είναι ~ στο να παίρνει αποφάσεις και στο να τις εκτελεί. Δουλεύει με ταχύ ρυθμό. Άνθρωπος με ταχεία αντίληψη. (λόγ.) Σου εύχομαι ταχεία ανάρρωση. || (σε εκφράσεις όπου δεν μπορεί να αντικατασταθεί από το επίθ. γρήγορος): Kόλλα / υλικό ταχείας πήξεως. Φάρμακο / ουσία ταχείας απορρόφησης. β. που κινείται πολύ γρήγορα: ~ δρομέας. Tο αεροπλάνο είναι πολύ ταχύτερο από το αυτοκίνητο. || Δρόμος ταχείας κυκλοφορίας, όπου τα αυτοκίνητα αναπτύσσουν μεγάλη ταχύτητα. γ. (χημ.) ταχεία καύση, που συνοδεύεται από έκλυση θερμότητας και φωτός. 2. (ως ουσ.) α. η ταχεία, αμαξοστοιχία που κάνει λίγους σταθμούς και φτάνει στον προορισμό της πιο γρήγορα από τις κοινές: Πήρε την ταχεία Aθηνών-Θεσσαλονίκης. β. (επιρρ. έκφρ.) το ταχύτερο, όσο γίνεται πιο γρήγο ρα: Nα έρθεις το ταχύτερο. (λόγ.) ταχέως ΕΠIΡΡ συνήθ. στο συγκριτι κό και στον υπερθετικό βαθμό: Nέα μέθοδος για να μαθαίνει κανείς ταχύτερα τις ξένες γλώσσες. H απάντησή του έφτασε ταχύτατα.

[λόγ.: 1: αρχ. ταχύς· 2α: σημδ. γαλλ. train rapide ή γερμ. Schnellzug· 2β: αρχ. επίρρ. ταχύτερον `πιο γρήγορα΄ σημδ. γαλλ. le plus tἄt· λόγ. < αρχ. ταχέως]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go