Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "σωματικός -ή -ό"
1 item total
σωματικός -ή -ό [somatikós] Ε1 : που αναφέρεται στο σώμα ενός ζωντανού οργανισμού και ειδικότερα του ανθρώπου. α. που ανήκει στο σώ μα: Σωματική κοιλότητα. Σωματικές διαστάσεις. Σωματικά χαρακτηριστικά / ελαττώματα. β. που προέρχεται από το σώμα· φυσικόςII1: ~ πόνος. Σωματική δύναμη. Σωματικές ανάγκες. ANT ψυχικός, πνευματικός. γ. που ασκείται, που γίνεται στο ή με το σώμα: Σωματική έρευνα / βλάβη / βία / ποινή. Σωματικές κακώσεις. Σωματική καθαριότητα. Σωματικές ασκήσεις, γυμναστική. Kαθηγητής σωματικής αγωγής, γυμναστής. σωματικά ΕΠIΡΡ: Yποφέρει ~ και ψυχικά.

[λόγ.: α, β: αρχ. σωματικός· γ: σημδ. αγγλ. body-]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go