Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "καλλιεπής -ής -ές"
1 item total
καλλιεπής -ής -ές [kaliepís] Ε10 : (λόγ.) που γράφει ή μιλάει με καλλιέπεια: ~ ρήτορας.

[λόγ. < αρχ. καλλιεπής]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go