Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "δισδιάστατος -η -ο"
1 item total
δισδιάστατος -η -ο [δizδiástatos] Ε5 : που έχει δύο διαστάσεις δηλ. μήκος και πλάτος: Δισδιάστατη προβολή ενός τρισδιάστατου αντικειμένου.

[λόγ. δις (επίρρ.) + διάστα(σις) -τος μτφρδ. γαλλ. à deux dimensions ή γερμ. zweidimensional]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go