Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: χαϊδεύω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χαϊδεύω [xaiδévo] -ομαι Ρ5.2 : 1α.ακουμπώ και μετακινώ ελαφρά την παλάμη επάνω σε κπ. για να εκδηλώσω τη στοργή μου: Tον χάιδεψε τρυφερά στο κεφάλι. Tου χάιδευε τα χέρια. ~ το σκυλί / τη γάτα. Zευγαράκια χαϊδεύονται στο πάρκο, για ερωτικές εκδηλώσεις. || ~ με το βλέμμα, κοιτάζω με τρυφερότητα. β. εκδηλώνω την αγάπη μου με υπερβολικές φροντίδες, με τρυφερότητα και υποχωρητικότητα: Tον χάιδεψαν πολύ οι γονείς του και τον χάλασαν. Ο μικρότερος αδελφός είναι το χαϊδεμένο παιδί της οικογένειας. || (έκφρ.) το χαϊδεμένο παιδί του κινηματογράφου / του θεάτρου κτλ., για άτομο που αποτελεί το κέντρο του ενδιαφέροντος και των περιποιήσεων της ομάδας στην οποία ανήκει. γ. με λόγια και πράξεις προσπαθώ να φανώ ευχάριστος σε κπ. με απώτερο σκοπό να κερδίσω κτ., τον κολακεύω: Πολιτικός που δεν ξέρει να χαϊδεύει τους ψηφοφόρους του. 2. (παθ.) προκαλώ με τη συμπεριφορά μου τα χάδια, τις εκδηλώσεις τρυφερού ενδιαφέροντος των άλλων: Παριστάνει τη μικρούλα και χαϊδεύεται. 3. (για πργ.) αγγίζω απαλά: Tα δάχτυλά του χάιδευαν τα πλήκτρα του πιάνου.

[μσν. χαϊδεύω < χάιδ(ι) -εύω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go