Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: χαβαλές
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χαβαλές ο [xavalés] Ο13 : (οικ.) ευχάριστη συζήτηση που συνήθ. κρατάει πολλές ώρες: Πάμε για χαβαλέ στο σπίτι μου. Kάναμε χαβαλέ ως αργά το βράδυ, χαβαλεδιάζαμε.

[χαβαλέ -ς]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go