Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: φτιάχνω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φτιάχνω [ftxáxno] -ομαι & φτιάνω [ftxáno] -ομαι Ρ αόρ. έφτιαξα και (προφ.) έφτιασα, απαρέμφ. φτιάξει και (προφ.) φτιάσει, παθ. αόρ. φτιάχτηκα, απαρέμφ. φτιαχτεί, μππ. φτιαγμένος : 1α. κατασκευάζω κτ.: Φτιάχνει καραβάκια από χαρτί και τα ρίχνει στη θάλασσα. Kάνει οικονομίες, για να φτιάξει ένα σπιτάκι στην εξοχή. Aυτό το τραπέζι το έφτιαξα μόνος μου. β. παρασκευάζω, ετοιμάζω: ~ φαγητό / σαλάτα / καφέ / τσάι. Φτιάξε μας κάτι να φάμε. Έφτιαξα αυγά / μπριζόλες / σουτζουκάκια. Φτιά ξε μου ένα ποτό. 2α. ταχτοποιώ, διορθώνω, σιάχνω: Φτιάξε λίγο τη γραβάτα / το φουστάνι σου. Έφτιαξα το σπίτι, γιατί ήταν ασυγύριστο. Φτιάξε τα μαλλιά σου, γιατί πετάνε. || (ως απειλή): Θα σε φτιάξω εγώ, θα σε κανονίσω. β. επισκευάζω, (επι)διορθώνω, σιάχνω: Xάλασε το αυτοκίνητο και το πήγα στο συνεργείο να μου το φτιάξουν. Στάζει η βρύση και πρέπει να τη φτιάξω. H βλάβη είναι μεγάλη και δε φτιάχνεται. 3α. καλυτερεύω, βελτιώνομαι, αποκαθίσταμαι σε καλή κατάσταση: Έφτιαξε το κέφι του / η διάθεσή του / η υγεία του. Ο καιρός πάει να φτιάξει. Mη στενοχωριέσαι, θα φτιάξουν τα πράματα. β. βελτιώνω, καλυτερεύω, αποκαθιστώ κτ.: H μουσική μού φτιάχνει το κέφι / τη διάθεση. γ. (παθ.) βελτιώνω την οικονομική μου κατάσταση, πλουτίζω: Έκλεισε δυο τρεις καλές δουλειές και φτιάχτηκε. ΦΡ τα ~ με κπ.: α. δημιουργώ, συνάπτω ερωτική σχέση: Tα ΄φτιαξε μ΄ ένα καλό παιδί / κορίτσι. Tα ΄χουν φτιάξει εδώ και πολύν καιρό. β. συμφιλιώνομαι, αποκαθιστώ φιλικές σχέσεις: Xώρισαν για λίγο αλλά τα ΄φτιαξαν πάλι. Ήταν μαλωμένοι αλλά πήγα και τους τα ΄φτιαξα. 4. (απ)ασχολούμαι, καταγίνομαι με κτ.: Δεν κάθεται ούτε στιγμή, όλο και κάτι φτιάχνει (έκφρ.) τι φτιάχνεις;, τι κάνεις;: α. με τι ασχολείσαι; β. πώς είσαι, πώς τα περνάς; είσαι καλά; 5. (παθ.) καλλωπίζομαι, στολίζομαι, περιποιούμαι τον εαυτό μου: Περίμενέ με λίγο να φτιαχτώ κι έφτασα. Φτιάξου λίγο, χάλια είσαι! 6α. (παθ.) έρχομαι σε κατάσταση ευθυμίας, ευφορίας (με τη χρήση ποτών, ναρκωτικών ουσιών κτλ.): Φτιάχτηκε με ρετσίνα / με ούζο / με χασίς. (έκφρ.) ~ κεφάλι, φτιάχνομαι. β. (μππ.) β1. που διατελεί σε κατάσταση ευθυμίας, ευφορίας (από τη χρήση ποτών, ναρκωτικών ουσιών κτλ.). β2. (για κινητήρα) που έχει υποστεί μετατροπές, ώστε να αυξηθεί η δυνατότητά του: Tο μηχανάκι είναι φτιαγμένο και πιάνει τα 200 χιλιόμετρα. γ. (για τράπουλα) σημαδεμένος: Παίζουν με φτιαγμένη τράπουλα.

[φτιάνω: μσν. φτιάνω < ευθειάνω (αποβ. του αρχικού άτ. φων. και ανομ. τρόπου άρθρ. [fθ > ft] ) < μεταπλ. του μσν. ευθειάζω `διορθώνω΄ με βάση το συνοπτ. θ. ευθειασ- κατά το σχ.: χασ- (έχασα) - χάνω < ευθεί(α) -άζω· φτιάχνω: μεταπλ. του μσν. φτιάζω με βάση το συνοπτ. θ. φτιαξ- κατά το σχ.: παιξ- (έπαιξα) - παίζω και νέος ενεστ. κατά το σχ.: ριξ- (έριξα) - ρίχνω < μεταπλ. του φτιάνω με βάση το συνοπτ. θ. φτιασ- κατά το σχ.: κουρασ- (κούρασα) - κουράζω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go