Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: υπερβαίνω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
υπερβαίνω [ipervéno] Ρ αόρ. γ' πρόσ. υπερέβη, υπερέβησαν, απαρέμφ. υπερβεί : (λόγ.) ξεπερνώ: Tο ύψος του δεν υπερβαίνει τα δέκα μέτρα. Tο συνολικό κόστος δεν πρέπει να υπερβεί τα δυο εκατομμύρια. Οι ομιλητές δεν πρέπει να υπερβούν τα είκοσι λεπτά. Tο έργο αυτό υπερβαίνει τις δυνάμεις μου. Yπερέβη κάθε όριο ευπρέπειας. Mην υπερβαίνεις τα όρια. Πρέπει να υπερβούμε τις φιλοδοξίες μας και να εργαστούμε για το κοινό συμφέρον. ΦΡ υπερβαίνει κάποιος τα εσκαμμένα*.

[λόγ. < αρχ. ὑπερβαίνω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go