Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: υπακούω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
υπακούω [ipakúo] Ρ (βλ. ακούω) : 1α.συμμορφώνομαι με τις υποδείξεις ή με τις επιθυμίες κάποιου: Aυτό το παιδί δε με υπακούει καθόλου, δε με ακούει. Πρέπει τα παιδιά να υπακούνε τους γονείς τους. || Yπακούει στη φωνή της συνείδησής του. β. υποτάσσομαι σε κτ. που κάποιος άλλος μου επιβάλλει: ~ στους νόμους / σε μια διαταγή. || συμμορφώνομαι με κτ. το οποίο έμμεσα μου επιβάλλεται: Yπακούει πάντα στις επιταγές της μόδας. 2. για κτ. το οποίο υπόκειται σε μια αναγκαιότητα, μια δύναμη υπέρτερη, ένα φυσικό νόμο: Tα υλικά σώματα υπακούουν στο νόμο της βαρύτητας. Tο σύμπαν υπακούει στην ενότητα και στην αρμονία. 3. για μηχανισμό ο οποίος έχει βλάβη και τον οποίο δεν μπορώ να ελέγξω: Tο τιμόνι δεν υπακούει. || Δε με υπακούνε τα πόδια μου.

[λόγ. < αρχ. ὑπακούω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go