Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: τσικό
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τσικό τα [tsikó] Ο (άκλ.) : παιδικές ομάδες ποδοσφαιρικού συλλόγου.

[ίσως < ισπαν. chico `μικρό παιδί΄ κατά το γαλλ. τονικό σχ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τσικουδιά η [tsikuδjá] Ο24 : οινοπνευματώδες ποτό που μοιάζει με τσίπουρο και που παρασκευάζεται κυρίως στην Kρήτη.

[μσν. τσίκουδ(ο) < αραβ.(;) -ιά `δέντρο που παράγει τσίκουδα, ποτό΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go