Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: συνέρχομαι
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
συνέρχομαι 1 [sinérxome] Ρ αόρ. συνήλθα και συνήρθα, απαρέμφ. συνέλθει και συνέρθει : επανέρχομαι σε μια προηγούμενη καλή σωματική ή ψυχική κατάσταση. 1α. επανακτώ τις αισθήσεις μου: Συνήλθε από τη νάρκωση / από τη λιποθυμία. β. βελτιώνεται ή αποκαθίσταται η υγεία μου: Άρχισε να συνέρχεται μετά την πρόσφατη αρρώστια του. 2α. ξαναβρίσκω την ψυχική ηρεμία μου ύστερα από ένα σοβαρό κλονισμό: H είδηση ήταν τόσο τραγική, ώστε ακόμη δεν μπορούμε να συνέλθουμε. β. αρχίζω (πάλι) να σκέπτομαι και να ενεργώ λογικά και σωστά: Aυτό το παιδί δε συνέρχεται ούτε με συμβουλές ούτε με τιμωρίες. Άφησε τις τρέλες και κοίτα να συνέλθεις. (επιφ. έκφρ.) σύνελθε!, λογικέψου, έλα στα συγκαλά σου.

[λόγ. < αρχ. συνέρχομαι `συγκεντρώνομαι΄ σημδ. γαλλ. revenir à soi]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
συνέρχομαι 2 Ρ αόρ. συνήλθα, απαρέμφ. συνέλθει : σε επίσημο λόγο, συγκεντρώνομαι μαζί με άλλους στον ίδιο χώρο, για να συζητήσω κάποιο θέμα: Tο υπουργικό συμβούλιο θα συνέλθει αύριο σε έκτακτη συνεδρίαση.

[λόγ. < αρχ. συνέρχομαι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go